Οι επιχειρήσεις αναζητούν προσωπικό. Αγγελίες εργασίας παραμένουν ανοιχτές για εβδομάδες ή ακόμη και μήνες. Σε τουρισμό, εστίαση, κατασκευές, τεχνικά επαγγέλματα, μεταφορές και άλλους κλάδους η δυσκολία εύρεσης εργαζομένων είναι πλέον εμφανής.
Κι όμως, οι μισθοί στην Ελλάδα εξακολουθούν να απέχουν πολύ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σύμφωνα με τα συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat για το 2024, ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα ήταν περίπου 18.000 ευρώ, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έφτανε τα 39.800 ευρώ.
Η Ελλάδα βρισκόταν στη δεύτερη χαμηλότερη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία.
Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό:
Αφού λείπουν εργαζόμενοι, γιατί οι μισθοί δεν έχουν ήδη αυξηθεί πολύ περισσότερο;
Και κυρίως: πότε θα αρχίσει ο εργαζόμενος να βλέπει πραγματικά μεγαλύτερο μισθό στην τσέπη του;
Η έλλειψη προσωπικού δεν αυξάνει τον μισθό από τη μια μέρα στην άλλη, επίσης η αγορά εργασίας λειτουργεί με καθυστέρηση.
Ένας εργοδότης που μέχρι σήμερα προσφέρει 900 ή 1.000 ευρώ δεν αποφασίζει εύκολα την επόμενη ημέρα να προσφέρει 1.300.
Συνήθως προηγείται μια περίοδος κατά την οποία προσπαθεί να βρει εργαζόμενο με τις υπάρχουσες αποδοχές.
Δημοσιεύει ξανά την αγγελία, περιμένει περισσότερα βιογραφικά, ψάχνει μέσω γνωστών, δοκιμάζει διαφορετικά κανάλια και μπορεί να αφήσει τη θέση κενή για αρκετό διάστημα.
Αν όμως ο εργαζόμενος εξακολουθεί να μη βρίσκεται, τότε η επιχείρηση αναγκάζεται να προσαρμοστεί.
Και εκεί αρχίζει η πραγματική πίεση προς τους μισθούς, το σημείο καμπής είναι όταν η κενή θέση κοστίζει περισσότερο από την αύξηση. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο κομμάτι της συζήτησης.
Ας υποθέσουμε ότι ένα εστιατόριο χρειάζεται μάγειρα με 1.100 ευρώ. Ανεβάζει αγγελία και δεν βρίσκει. Την επαναλαμβάνει και πάλι δεν βρίσκει.
Εάν εξαιτίας της έλλειψης μάγειρα δεν μπορεί να εξυπηρετήσει περισσότερους πελάτες, αρχίζει να χάνει έσοδα. Κάποια στιγμή μπορεί να διαπιστώσει ότι το να δώσει 1.300 ευρώ στον εργαζόμενο είναι οικονομικά φθηνότερο από το να συνεχίσει να έχει τη θέση κενή. Εκεί αλλάζουν οι ισορροπίες!.
Δεν ανεβαίνει ο μισθός επειδή κάποιος αποφάσισε ξαφνικά ότι πρέπει να πληρώσει περισσότερο, ανεβαίνει επειδή η αγορά τον αναγκάζει.
Γιατί αυτό δεν έχει συμβεί ακόμη σε μεγάλη κλίμακα;
Επειδή η έλλειψη εργαζομένων δεν υπάρχει παντού στον ίδιο βαθμό.
Σε μια ειδικότητα μπορεί να υπάρχουν 100 θέσεις και 50 διαθέσιμοι εργαζόμενοι. Εκεί ο εργαζόμενος αποκτά μεγάλη διαπραγματευτική δύναμη.
Σε μια άλλη μπορεί να υπάρχουν 100 θέσεις και 500 υποψήφιοι. Εκεί η πίεση για αύξηση των μισθών είναι πολύ μικρότερη.
Γι’ αυτό οι αυξήσεις συνήθως ξεκινούν από τα επαγγέλματα στα οποία υπάρχει πραγματική έλλειψη ανθρώπων και σταδιακά μεταφέρονται στην υπόλοιπη αγορά.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη καταγράψει στενότητα στην αγορά εργασίας, ιδιαίτερα σε κλάδους όπως ο τουρισμός και οι κατασκευές, η οποία δημιουργεί ανοδικές πιέσεις στις αμοιβές.
Οι μισθοί στην πραγματικότητα έχουν ήδη αρχίσει να ανεβαίνουν
Αυτό συχνά χάνεται μέσα στη συζήτηση.
Από την 1η Απριλίου 2026 ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε στα 920 ευρώ, από 880 ευρώ.
Παράλληλα, τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το πρώτο τρίμηνο του 2026 το μισθολογικό κόστος στην Ελλάδα αυξανόταν με υψηλότερο ρυθμό από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην επιχειρηματική οικονομία, οι μισθολογικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 7,5% σε ετήσια βάση, έναντι 3,6% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Άρα η διαδικασία έχει ήδη αρχίσει.
Το πρόβλημα είναι διαφορετικό:
Η Ελλάδα ξεκινά από εξαιρετικά χαμηλή βάση.
Γιατί ακόμη και μεγάλες ποσοστιαίες αυξήσεις δεν αρκούν
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.
Ένας μισθός 1.000 ευρώ που αυξάνεται κατά 7% γίνεται 1.070 ευρώ.
Ένας μισθός 2.000 ευρώ με αύξηση μόλις 4% γίνεται 2.080 ευρώ.
Ο πρώτος αυξήθηκε ταχύτερα σε ποσοστό, αλλά η διαφορά μεταξύ των δύο μισθών δεν εξαφανίστηκε.
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα της Ελλάδας σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Δεν αρκεί οι ελληνικοί μισθοί να αυξάνονται.
Για να μειωθεί πραγματικά η απόσταση, πρέπει για αρκετά χρόνια να αυξάνονται ταχύτερα από τους μισθούς των πλουσιότερων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Πότε λοιπόν θα δούμε πραγματικά μεγαλύτερους μισθούς;
Δεν υπάρχει μία ημερομηνία κατά την οποία ξαφνικά θα αλλάξουν όλα.
Υπάρχουν όμως συγκεκριμένες ενδείξεις ότι η πίεση έχει αρχίσει.
Η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, επιχειρήσεις σε συγκεκριμένους κλάδους δυσκολεύονται να βρουν εργαζομένους και οι μισθολογικές δαπάνες αυξάνονται.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εκτιμήσει ότι οι ονομαστικές αμοιβές ανά εργαζόμενο μπορούν να συνεχίσουν να αυξάνονται με ρυθμό περίπου 4% ετησίως βραχυπρόθεσμα, μεταξύ άλλων λόγω της στενότητας στην αγορά εργασίας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μέσα σε έναν ή δύο χρόνους οι ελληνικοί μισθοί θα φτάσουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η απόσταση είναι πολύ μεγάλη.
Από το 2027 αλλάζει και ο τρόπος καθορισμού του κατώτατου μισθού
Υπάρχει ακόμη μία αλλαγή που μπορεί να επηρεάσει τις κατώτερες αποδοχές.
Από το 2027 προβλέπεται νέος μηχανισμός αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού, ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, την εξέλιξη των τιμών και της παραγωγικότητας.
Αυτό μπορεί να δημιουργήσει πιο συστηματικές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, όμως ούτε ο κατώτατος μισθός αρκεί από μόνος του.
Για να ανέβουν πραγματικά οι μισθοί του ιδιωτικού τομέα πρέπει να αρχίσουν να μετακινούνται προς τα πάνω και οι αμοιβές των εργαζομένων που βρίσκονται πάνω από τον κατώτατο.
Το μεγάλο κλειδί είναι η παραγωγικότητα
Υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορούν να αυξηθούν οι μισθοί μόνο επειδή δεν βρίσκονται εργαζόμενοι.
Μια επιχείρηση δεν μπορεί για πολλά χρόνια να αυξάνει τις αποδοχές περισσότερο από την αξία που παράγει.
Για να πληρώνει μόνιμα υψηλότερους μισθούς χρειάζεται μεγαλύτερη παραγωγικότητα: καλύτερο εξοπλισμό, τεχνολογία, εκπαίδευση, επενδύσεις, καλύτερη οργάνωση και επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες μεγαλύτερης αξίας.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι η παραγωγικότητα παραμένει κρίσιμο ζήτημα.
Αν οι μισθοί αυξάνονται πολύ ταχύτερα από την παραγωγικότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος και μπορεί να χαθεί ανταγωνιστικότητα.
Άρα η Ελλάδα χρειάζεται δύο πράγματα ταυτόχρονα:
Υψηλότερους μισθούς και υψηλότερη παραγωγικότητα. Η μεγάλη αλλαγή μπορεί να έρθει από την έλλειψη εργαζομένων;
Όσο μειώνεται η διαθέσιμη προσφορά εργασίας, ο εργαζόμενος αποκτά περισσότερες επιλογές και όταν έχει περισσότερες επιλογές, μπορεί ευκολότερα να αρνηθεί μια θέση με πολύ χαμηλή αμοιβή.
Αυτό είναι καθοριστικό.
Αν μια επιχείρηση προσφέρει 900 ευρώ και βρίσκει αμέσως 20 κατάλληλους υποψηφίους, δεν υπάρχει ισχυρό οικονομικό κίνητρο να προσφέρει 1.200.
Αν προσφέρει 900 ευρώ και δεν εμφανίζεται κανείς, το κίνητρο αλλάζει δραματικά.
Και αν ο ανταγωνιστής της προσφέρει 1.100 ευρώ και βρίσκει εργαζόμενο, η πρώτη επιχείρηση αργά ή γρήγορα θα πρέπει είτε να βελτιώσει την προσφορά της είτε να παραμείνει χωρίς προσωπικό.
Έτσι μπορεί να ξεκινήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση στην αγορά εργασίας. Δεν θα αυξηθούν όλοι οι μισθοί μαζί, το πιθανότερο είναι ότι θα συνεχίσουμε να βλέπουμε διαφορετικές ταχύτητες.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις θα εμφανίζονται πρώτα εκεί όπου οι ελλείψεις προσωπικού είναι εντονότερες ενώ σε επαγγέλματα όπου εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλη προσφορά εργαζομένων, η αύξηση μπορεί να είναι πολύ πιο αργή.
Γι’ αυτό μπορεί την ίδια περίοδο ένας τεχνίτης, ένας οδηγός ή ένας εργαζόμενος στον τουρισμό να βλέπει καλύτερες προσφορές, ενώ ένας εργαζόμενος άλλης ειδικότητας να βλέπει πολύ μικρότερη αλλαγή.
Η Ελλάδα έχει πολύ δρόμο ακόμη, αλλά το θετικό είναι ότι οι μισθοί πλέον κινούνται ανοδικά, βέβαια το δύσκολο είναι το σημείο από το οποίο ξεκινά η χώρα.
Όταν ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα ήταν περίπου 18.000 ευρώ και ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος 39.800 ευρώ, δεν υπάρχει γρήγορος τρόπος να κλείσει μια τέτοια απόσταση.
Ακόμη και αρκετά χρόνια υψηλότερων αυξήσεων θα χρειαστούν για ουσιαστική σύγκλιση.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα για τα επόμενα χρόνια δεν είναι απλώς αν οι ελληνικοί μισθοί θα αυξηθούν.
Έχουν ήδη αρχίσει να αυξάνονται.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα αυξάνονται για αρκετά χρόνια ταχύτερα από το κόστος ζωής και ταχύτερα από τους μισθούς της υπόλοιπης Ευρώπης.
Μόνο τότε ο εργαζόμενος θα αισθανθεί πραγματική αύξηση της αγοραστικής του δύναμης και η Ελλάδα θα αρχίσει να κλείνει ουσιαστικά τη μισθολογική απόσταση από την Ευρώπη.




