Η επιλογή μεταξύ πλήρους και μειωμένης σύνταξης δεν είναι απλώς ένα θέμα ηλικίας ή αντοχών. Είναι κυρίως μια μαθηματική απόφαση με άμεσο αντίκτυπο στο συνολικό εισόδημα που θα έχει κάποιος σε βάθος χρόνου. Ιδιαίτερα για εργαζόμενους με χαμηλές συντάξιμες αποδοχές, οι αριθμοί συχνά λένε μια διαφορετική ιστορία από αυτή που επικρατεί στη δημόσια συζήτηση.
Πώς υπολογίζεται στην πράξη η σύνταξη
Η σύνταξη αποτελείται από δύο βασικά μέρη: την εθνική σύνταξη και την ανταποδοτική σύνταξη. Η εθνική είναι ένα σταθερό ποσό που χορηγείται με βάση τα έτη ασφάλισης και την ηλικία εξόδου, ενώ η ανταποδοτική εξαρτάται άμεσα από τις αποδοχές και τα συνολικά ένσημα.
Σε περιπτώσεις χαμηλών μισθών, το ανταποδοτικό μέρος παραμένει περιορισμένο, ακόμη και αν ο ασφαλισμένος παραμείνει περισσότερα χρόνια στην εργασία. Αυτό σημαίνει ότι η αναμονή για πλήρη σύνταξη δεν μεταφράζεται πάντα σε ουσιαστικά υψηλότερο τελικό ποσό.
Στο jobclick.gr έχουμε χρήσιμα εργαλεία για να υπολογίσετε την σύνταξη που σας αναλογεί, πλήρη ή μειωμένη με βάση τον μικτό μηνιαίο μισθό σας από το 2002 έως και την λήψη της σύνταξης, τα έτη εργασίας και την ηλικία σας.
Παράδειγμα πλήρους σύνταξης με πραγματικούς αριθμούς
Ασφαλισμένος με μέσες μηνιαίες αποδοχές 1.000 ευρώ, 25 έτη ασφάλισης και έξοδο στα 67 έτη, λαμβάνει συνολική μικτή σύνταξη περίπου 653 ευρώ. Από αυτό το ποσό, πάνω από τα δύο τρίτα προέρχονται από την εθνική σύνταξη και μόνο ένα μικρό μέρος από την ανταποδοτική.

Παράδειγμα μειωμένης σύνταξης
Ο ίδιος ασφαλισμένος, εάν επιλέξει μειωμένη σύνταξη στα 62 έτη με 20 έτη ασφάλισης, λαμβάνει συνολική μικτή σύνταξη περίπου 471 ευρώ. Η διαφορά σε σχέση με την πλήρη σύνταξη είναι περίπου 180 ευρώ τον μήνα σε μικτά ποσά.

Η κρίσιμη μαθηματική σύγκριση
Η διαφορά των περίπου 180 ευρώ τον μήνα σημαίνει ότι ο ασφαλισμένος θα πρέπει να ζήσει αρκετά χρόνια μετά τα 67 για να «αποσβέσει» τα πέντε χρόνια σύνταξης που δεν έλαβε, εάν περίμενε για πλήρη σύνταξη. Στην πράξη, η αναμονή αυτή μεταφράζεται σε απώλεια άνω των 28.000 ευρώ σε συνολικά εισπραχθέντα ποσά σύνταξης μέσα στην πενταετία.
Για να καλυφθεί αυτή η απώλεια μέσω της υψηλότερης σύνταξης, απαιτούνται πάνω από 12 χρόνια λήψης της πλήρους σύνταξης, μόνο και μόνο για να ισοφαρίσει το χαμένο ποσό. Και αυτό χωρίς να υπολογίζεται κανένα πρόσθετο εισόδημα από εργασία.
Τι αλλάζει αν ο συνταξιούχος συνεχίσει να εργάζεται
Εάν ο ασφαλισμένος που βγαίνει με μειωμένη σύνταξη συνεχίσει να εργάζεται, έστω και με μερική απασχόληση, το οικονομικό όφελος αλλάζει δραστικά. Ένα επιπλέον εισόδημα 700 έως 900 ευρώ τον μήνα υπερκαλύπτει τη διαφορά μεταξύ πλήρους και μειωμένης σύνταξης.
Σε αυτό το σενάριο, ο συνταξιούχος έχει δύο πηγές εισοδήματος για πέντε ολόκληρα χρόνια, κάτι που δεν συμβαίνει σε όσους επιλέγουν να περιμένουν την πλήρη σύνταξη χωρίς εργασία.
Πότε η μειωμένη σύνταξη γίνεται στρατηγική επιλογή
Η μειωμένη σύνταξη μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγική επιλογή όταν ο ασφαλισμένος έχει χαμηλές αποδοχές, περιορισμένα έτη ασφάλισης και δυνατότητα να συνεχίσει να εργάζεται νόμιμα μετά τη συνταξιοδότηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μαθηματική σύγκριση γέρνει ξεκάθαρα υπέρ της πρόωρης εξόδου.
Αντίθετα, για ασφαλισμένους με υψηλούς μισθούς και πολλά χρόνια ασφάλισης, η πλήρης σύνταξη εξακολουθεί να είναι συμφέρουσα, καθώς η ανταποδοτική σύνταξη αυξάνεται ουσιαστικά και η διαφορά αποσβένεται πολύ νωρίτερα.
Συμπέρασμα
Η επιλογή μεταξύ πλήρους και μειωμένης σύνταξης δεν πρέπει να βασίζεται σε γενικούς κανόνες ή φόβους. Για όσους κινούνται στα χαμηλά επίπεδα αποδοχών, η αναμονή μέχρι τα 67 συχνά δεν αποδίδει οικονομικά. Η μειωμένη σύνταξη, σε συνδυασμό με εργασία, μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερο συνολικό εισόδημα και καλύτερη ποιότητα ζωής. Τα παραπάνω δεν αποτελούν σύσταση ή υπόδειξη για την σύνταξη που θα λάβετε αλλά αποτελούν σκέψεις που θα πρέπει να τις λάβετε υπόψιν σας πάντα με την καθοδήγηση του εργατολόγου σας.
Η τελική απόφαση πρέπει να στηρίζεται σε πραγματικούς υπολογισμούς και όχι σε υποθέσεις. Σε θέματα σύνταξης, οι αριθμοί δεν λένε ποτέ ψέματα.




